#Εργατικό_Δίκαιο

17/09/2022

Δικαίωμα του εργοδότη να διακόψει την καταβολή επιδομάτων (παροχών) που δεν μετενεργούν, μετά την καταγγελία της συλλογικής ρύθμισης (ΣΣΕ/ΔΑ) που τα προέβλεπε, ακόμη κι αν συνέχισε να τα καταβάλει για μεγάλο χρονικό διάστημα, υπό την προϋπόθεση ότι ο ίδιος είχε επιφυλαχθεί ρητά του σχετικού δικαιώματος με όρο που περιέχεται στην ατομική σύμβαση εργασίας, καθώς και στον Κανονισμό Εργασίας της επιχείρησης.

Με την υπ’ αριθ. 40/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (βλ. ΔΕΝ 2022 σ.1138), επί υποθέσεως που χειρίστηκε το γραφείο μας (Τ. Ταρπινίδης), κρίθηκε ότι ο εργοδότης, παρόλο που συνέχισε να καταβάλει στο προσωπικό της επιχειρήσεώς του επιδόματα, τα οποία προέβλεπε επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας που είχε λήξει, είχε δικαίωμα να διακόψει την καταβολή τους, κάνοντας χρήση της επιφύλαξης που είχε περιληφθεί στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, καθώς και στον Κανονισμό Εργασίας της επιχείρησης.

Ειδικότερα, με την παραπάνω απόφαση κρίθηκαν τα εξής : «… μία οικειοθελής παροχή, δηλαδή η πέραν του μισθού παροχή, στην οποία προβαίνει ο εργοδότης προς τους εργαζομένους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση, όπως εν προκειμένω, προκειμένου να αποτελέσει αντικείμενο επιχειρησιακής συνήθειας, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά εκτίθενται στην υπό στοιχεία A.V. νομική σκέψη της παρούσας, απαιτείται όχι μόνο να καταβάλλεται κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, αλλά και να μην έχει επιφυλάξει ο εργοδότης στον εαυτό του το δικαίωμα ανάκλησής της είτε κατά την έναρξη της χορήγησής της είτε έστω πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς της, ενώ σε κάθε περίπτωση η επιφύλαξη του εργοδότη δεν απαιτείται να επαναλαμβάνεται κάθε φορά που ο εργοδότης χορηγεί την παροχή αυτή, εφόσον ο σχετικός όρος προβλέπεται στον κανονισμό εργασίας ή στην ατομική σύμβαση εργασίας που υπέγραψε ο εργαζόμενος κατά την πρόσληψή του. Στην επίδικη περίπτωση, η εναγομένη είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης οικειοθελών παροχών τόσο στις ατομικές συμβάσεις εργασίας καθενός των εναγόντων, όσο και στον κανονισμό εργασίας της επιχείρησης. Συγκεκριμένα, η εναγομένη στις ατομικές συμβάσεις εργασίας καθενός των εναγόντων περιέλαβε ρητά το σχετικό δικαίωμα ανάκλησης οικειοθελώς καταβαλλόμενων παροχών, το οποίο έχει διατυπωθεί με τους εξής τέσσερις (4) διαφορετικούς τρόπους: α) «Παροχή που χορηγείται από την εργοδότρια προς τον εργαζόμενο οικειοθελώς και από ελευθεριότητα, είναι δυνατόν να ανακληθεί ή να τροποποιηθεί ή να αυξομειωθεί ελεύθερα από αυτήν», (β) «Οποιεσδήποτε παροχές της Εταιρίας προς τον μισθωτό πέρα από την παραπάνω συμφωνούμενη αντιμισθία, ανεξάρτητα από την φύση τους και από την εφ’ άπαξ ή επανειλημμένα χορήγησή τους, θα θεωρούνται πάντα σαν οικειοθελείς παροχές από ελευθεριότητα της Εταιρίας, δεν θα συνιστούν νόμιμη η συμβατική υποχρέωση της Εταιρίας προς τον μισθωτό, ούτε θα θεωρούνται σαν τακτικές αποδοχές του, και η Εταιρία θα μπορεί να τις παύει, μετατρέπει ή ανακαλεί κατά πάντα χρόνο, χωρίς ανάγκη ειδικής επανάληψης της άνω συμφωνίας σε κάθε περίπτωση χορήγησης τέτοιας παροχής», (γ) «Η Εταιρεία διατηρεί το δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε τη χορήγηση οποιασδήποτε οικειοθελούς παροχής ή να τροποποιήσει τις προϋποθέσεις χορήγησής της» και (δ) «Η Εταιρεία διατηρεί το δικαίωμα να χορηγεί κατά την απόλυτη κρίση της παροχές από ελευθεριότητα, τις οποίες μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλέσει και να διακόψει ή να τις συμψηφίσει με υποχρεωτικές παροχές». Σημειώνεται ότι η ως άνω ρήτρα ανάκλησης, ως όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας ενός εκάστου των εναγόντων, παρέμεινε και εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα ισχυρή, αφού σε όλες ανεξαιρέτως τις τυχόν τροποποιήσεις των επίδικων συμβάσεων, στην ακροτελεύτια ρύθμιση υφίσταται ρητή παραπομπή στους μη τροποποιηθέντες όρους της αντίστοιχης αρχικής σύμβασης εργασίας, μεταξύ των οποίων και ο σχετικός όρος ανάκλησης. Ομοίως, στο άρθρο 7 § 3 του κανονισμού εργασίας της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 28η.03.2001 δυνάμει αποφάσεως του Νομάρχη Ξάνθης και εξακολουθεί να ισχύει έως σήμερα, προβλέπεται ότι: «Ρητά συμφωνείται ότι δεν αποτελεί μισθό και δεν περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές κάθε πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται από την εργοδότρια οικειοθελώς και από ελευθεριότητα, η οποία είναι, είτε χρηματική, είτε καταβάλλεται σε είδος, εκτός αν προβλέπεται από το νόμο. Κάθε τέτοια παροχή η εργοδότρια διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς διακοπής της χορήγησής της», ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 26 § 1 αυτού, το σύνολο των περιεχομένων σ’ αυτόν όρων αποτελεί περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας καθενός των εργαζομένων.

Στην επίδικη περίπτωση, επομένως, από τη δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια, δεδομένου ότι οι ως άνω αναλυτικά αναφερόμενες παροχές ξεκίνησαν ως οικειοθελείς, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα ανωτέρω, δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ’ επέκταση συμβατική δέσμευση της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας για τη συνέχιση καταβολής των εν λόγω παροχών, με επακόλουθο η από την τελευταία, κατ’ ενάσκηση του πηγάζοντος από τα άρθρα 648 και 652 του ΑΚ διευθυντικού δικαιώματος της, διακοπή καταβολής των επίδικων παροχών να μη συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης. Άλλωστε, ο ισχυρισμός των εναγόντων περί μη γνωστοποιήσεως εκ μέρους της εναγομένης κατά τον χρόνο καταβολής αυτών του δικαιώματος ανάκλησής τους είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι η τελευταία είχε επιφυλάξει ρητά το σχετικό δικαίωμα τόσο στις ατομικές συμβάσεις εργασίας καθενός των εναγόντων όσο και στον κανονισμό εργασίας της επιχείρησης, με επακόλουθο να μην απαιτείται να επαναλαμβάνεται κάθε φορά που η ίδια χορηγούσε τις εν λόγω παροχές. Ομοίως, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός των εναγόντων περί ατονήσεως του σχετικού όρου ανάκλησης. Εξάλλου, η εναγομένη είχε καταστήσει γνωστό στους εργαζομένους ότι είχε τη σχετική δυνατότητα δυνάμει του άρθρου 2 της με αριθμό 6/28.02.2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου να περικόψει την καταβολή τους».