#Εργατικό_Δίκαιο

30/09/2021

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συναφθεί και μεταξύ συζύγων ή συγγενών ή φίλων ή συνεταίρων. Σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση όμως, θα πρέπει να διαπιστώνεται ότι συντρέχουν οι όροι της σύμβασης αυτής, μεταξύ των οποίων και η νομική εξάρτηση του μισθωτού από τον εργοδότη. Αν η εργασία παρέχεται, χωρίς αμοιβή, χωρίς πρόθεση οποιουδήποτε ανταλλάγματος, αλλά και χωρίς τη βούληση παραγωγής οποιουδήποτε αποτελέσματος, εξαιτίας υφιστάμενης συγγενικής σχέσης, δεν συνάπτεται μεταξύ των μερών σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο χαρακτηρισμός της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως είναι η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών ή η ασφάλιση στο ΙΚΑ. Ο χαρακτηρισμός μιας συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, προκειμένου να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του και ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.

Με την υπ’ αριθ. 1909/2020 απόφασή του το Εφετείο Θεσσαλονίκης (βλ. Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ και νομικό περιοδικό Αρμενόπουλος – 2021. σελ. 1546), σε υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας (Τ. Ταρπινίδης) έκρινε πως ο ενάγων που παρείχε υπηρεσίες στον εναγόμενο, χωρίς αμοιβή και χωρίς πρόθεση οποιουδήποτε ανταλλάγματος, αλλά και χωρίς τη βούληση παραγωγής οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος, εξαιτίας της συγγενικής τους σχέσης (γαμπρός - πεθερός), σε συνδυασμό με την ηθική υποχρέωση που είχε προς τον εναγόμενο λόγω της οικονομικής βοήθειας που παρείχε ο τελευταίος σε αυτόν και την οικογένειά του, δεν παρείχε ουσιαστικώς υπηρεσίες μισθωτού, αλλά παρείχε υπηρεσίες χωρίς πρόθεση αναζήτησης μισθού.

Μάλιστα, το Δικαστήριο, αξιολογώντας «ομολογία» του εναγομένου περί ύπαρξης μεταξύ των ήδη αντιδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας κατά ορισμένο χρονικό διάστημα, έκρινε ότι : “… αντικείμενο ομολογίας μπορεί να αποτελέσουν μόνο «ουσιώδη πραγματικά γεγονότα», όπως δηλαδή αυτά που αποτελούν τη βάση της αγωγής ή ένστασης. Όχι συνεπώς ο κανόνας δικαίου (ημεδαπός ή αλλοδαπός), το έθιμο, τα συναλλακτικά ήθη, η ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή οι νομικοί χαρακτηρισμοί (Νικολόπουλος, Το δίκαιο της αποδείξεως 2005 σελ. 159, Μ. Μαργαρίτης, ΕρμΚ.Πολ.Δ. έκδ. 2018 στο άρθρο 352 σελ. 621). Επίσης, αντικείμενο απόδειξης δεν μπορούν να αποτελέσουν γενικά οι νομικές εκτιμήσεις και νομικοί χαρακτηρισμοί (ΑΠ 325/2001, ΕλλΔ/νη 2001/1286) ή αόριστες νομικές έννοιες ή έννομες σχέσεις (ΑΠ 737/2005, ΕΕΝ 2006/14). Το εάν λοιπόν εν προκειμένω έχει συναφθεί ή όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ζήτημα που θα κριθεί από το Δικαστήριο, μετά από την εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων που έχουν τεθεί ενώπιον του και ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν σ’ αυτή ήδη αντίδικα μέρη …”.