#Εργατικό_Δίκαιο

10/10/2018

Πότε είναι νόμιμη η περικοπή επιδομάτων, μετά τη λήξη ΣΣΕ – Οι διατάξεις περί αναστολής της αυξήσεως από 14-2-2012 αφορούν και τα επιδόματα περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, στα οποία υπάγονται και τα επιδόματα πολυετούς εργασίας στον ίδιο εργοδότη που καθορίζονται από ΣΣΕ, διότι τα επιδόματα αυτά, συνδεόμενα στενά με την εμπειρία που αποκτήθηκε στον ίδιο εργοδότη, σχετίζονται στενά με το χρόνο υπηρεσίας – Ποια είναι η έννοια του επιδόματος της επικίνδυνης εργασίας, σε σχέση με τις ΣΣΕ των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων - Διάλειμμα και Διακοπές Εργασίας για τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων.

Με την υπ’ αριθ. 1762/2018 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (βλ. ΔΕΝ 2018, σελ. 1046), η οποία εκδόθηκε επί υποθέσεως που χειρίστηκε η Εταιρεία μας (Τ. Ταρπινίδης), κρίθηκε ότι στα επιδόματα, των οποίων αναστέλλεται η αύξηση απο 14.2.2012, περιλαμβάνεται και το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, που καταβάλλεται μετά από πολυετή παραμονή του μισθωτού στον ίδιο εργοδότη. 

Συγκεκριμένα, με την παραπάνω απόφαση κρίθηκε ότι στην έννοια του επιδόματος προϋπηρεσίας περιλαμβάνονται και τα επιδόματα που συνδέονται γενικά με τις υπηρεσιακές ωριμάνσεις του μισθωτού, όπως π.χ. το επίδομα πολυετούς εργασίας στον ίδιο εργοδότη που προβλέπεται από τις ΣΣΕ των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων όλης της χώρας. Σύμφωνα με την απόφαση "... τούτο ορίζεται ρητά στη διάταξη για την αναστολή καταβολής αύξησης (άρθρο 2 ΠΥΣ 2/2012), στην οποία τα επιδόματα ορίζονται ενδεικτικά, καταδεικνύοντας τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη για την υπαγωγή περισσότερων επιδομάτων που δικαιολογούνται μόνο με την πάροδο ορισμένου χρόνου μετά των οποίων ενδεικτικά αναφέρονται και το επίδομα πολυετίας, αλλά και το επίδομα χρόνου εργασίας, το επίδομα τριετίας και το επίδομα πενταετίας. Όμως, για την ταυτότητα του νομικού και νομοθετικού λόγου, το ίδιο ισχύει και στα επιδόματα ωρίμανσης, των οποίων ο εργοδότης δεν μπορεί μονομερώς να παύσει την καταβολή τους, δηλαδή και στα επιδόματα αυτά υπάγεται το επίδομα πολυετίας, διότι δεν είναι δυνατόν να προβλέπεται η αναστολή αύξησης των επιδομάτων αυτών και συνάμα, να δύναται ο εργοδότης να περικόπτει μονομερώς αυτά. Άλλωστε, το ότι το ως άνω επίδομα συνδέεται στενά με την αποκτηθείσα στον αυτό εργοδότη εμπειρία, ουδόλως σημαίνει ότι αυτό δεν σχετίζεται στενά και δεν εξαρτάται και από τον χρόνο υπηρεσίας σε συνάρτηση του οποίου δικαιολογείται η εμπειρία και η σχετική καταβολή (βλ. ΑΠ 773/17, ΔΕΝ 2018.528, Εγκ. 4601.12, ΔΕΝ 2012, σελ. 355, αντίθετα έγγραφο 3242/13 Υπ. Εργασίας αναφερόμενο στο επίδομα αυτό πολυετίας στον ίδιο εργοδότη, με αντίθετη όμως σημείωση ΔΕΝ 2013, σελ. 662, και από τη θεωρία, υπέρ της απόψεως περί μη δυνατότητας μονομερούς περικοπής, Α. Βάγια, Εξελίξεις στο δίκαιο Συλλογικών Συμβάσεων, ΕΕΔ 2012, σελ. 531, Κ. Δημαρέλλη, Νομιμότητα περικοπής επιδομάτων σε σχέση προς τον ανταποδοτικό χαρακτήρα του μισθού, ΔΕΝ 2016, σελ. 519, αντίθετα Γ. Θεοδόσης, Η επιβίωση όρων ΣΣΕ μετά τη λήξη τους, ΕΕΔ 2012, 588)".

Επιπλέον, με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι "... ως «επίδομα επικινδύνου εργασίας» νοούνται τα επιδόματα που χορηγούνται λόγω των συνθηκών εργασίας, που συνεπάγονται κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή του εργαζομένου (βλ. Εγκ. 4601/12, ΔΕΝ 2012, σελ. 355). Στις  ΣΣΕ των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων όλης της χώρας τα επιδόματά τους ορίζονται ως εξής: 1. Επίδομα ειδικών συνθηκών: στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων ωφέλιμου φορτίου πάνω από 25 τόνους, καθώς και στους οδηγούς ρυμουλκών αυτοκινήτων ανεξαρτήτως ωφέλιμου φορτίου, χορηγείται επίδομα ειδικών συνθηκών στο ποσό των 23,68 ευρώ μηνιαίως. 2. Επίδομα ζεύξης ή απόζευξης: σε περίπτωση κατά την οποία για την εκτέλεση της εργασίας τους οι οδηγοί που οδηγούν ρυμουλκά ή ημιρρυμουλκά αυτοκίνητα, ανεξαρτήτως ωφέλιμου φορτίου, διενεργούν με εντολή του εργοδότη τους καθημερινά ζεύξεις ή αποζεύξεις διαφόρων τύπων ρυμουλκουμένων οχημάτων που ανήκουν στον ίδιο εργοδότη, χορηγείται το προηγούμενο επίδομα ειδικών συνθηκών με προσαύξηση για κάθε μήνα τέτοιας εργασίας κατά 17,91 ευρώ. 3. Επίδομα επικίνδυνης εργασίας και μεταφοράς εμπορευμάτων κιβωτίων (containers): Ι) στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων ανεξαρτήτως ωφέλιμου φορτίου, που μεταφέρουν πολεμοφόδια και πυρομαχικά ή φυσίγγια, ραδιενεργά υλικά ή εξαρτήματα, εκρηκτικούς μηχανισμούς οποιουδήποτε τύπου και συστήματος, διαλυτικά χρώματα και καυστική ποτάσα, καθώς και στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων που εργάζονται σε τεχνικές εταιρείες γενικά και σε ορυχεία, λιγνιτωρυχεία, λατομεία, χωματουργικές οδοποιητικές και ασφαλτικές εργασίες, γαλαρίες – στοές, καθώς και σε αυτοκίνητα μεταφοράς ζώντων ζώων, άμμου, χώματος και σκυροδέματος (βαρέλες), χορηγείται για κάθε μήνα εργασίας τους, επίδομα επικίνδυνης εργασίας 52,49 ευρώ. ΙΙ) για τους κατόχους διπλώματος ADR, εφόσον όμως δικαιούνται σύμφωνα μετ ανωτέρω – γίνεται παραπομπή στην παράγραφο Ι, στην οποία δικαιολογείται η καταβολή του επιδόματος λόγω κινδύνων του μεταφερόμενου φορτίου – στο επίδομα επικίνδυνης εργασίας γίνεται η προσαύξηση 7,15 ευρώ μηνιαίως. ΙΙΙ) Επίδομα ισόποσο με το επίδομα επικίνδυνης εργασίας χορηγείται, για κάθε μήνα εργασίας τους, και στους οδηγούς αυτοκινήτων που μεταφέρουν ανοιχτά ή κλειστά σιδηρά δοχεία μαζικής συσκευασίας και μεταφοράς υλικών (containers). Οδηγοί που πληρούν τις προϋποθέσεις λήψης και του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας και του επιδόματος μεταφοράς Containers λαμβάνουν μόνο το ένα εξ αυτών, IV) το επίδομα επικίνδυνης εργασίας που προβλέπεται από τις προηγούμενες ρυθμίσεις, χορηγείται από 1-9-2008 στους οδηγούς κάθε κατηγορίας και τύπου αυτοκινήτων που μεταφέρουν ογκόλιθους μαρμάρου ή εν γένει πετρωμάτων» {βλ. ΔΑ 37/10 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ. αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας καθώς και ΔΑ 11/09 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ. αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας}. Από την παραπάνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι όσον αφορά το επίδομα επικίνδυνης εργασίας, τούτο δικαιολογείται λόγω των κινδύνων που υφίστανται από το είδος των μεταφερόμενων φορτίων (π.χ. πυρομαχικά ή φυσίγγια, ραδιενεργά υλικά, ογκόλιθοι μαρμάρου κλπ.) στη δε εν λόγω διάταξη ρυθμίζονται εμφανώς δύο διαφορετικά επιδόματα και δη το επίδομα επικίνδυνης εργασίας και το επίδομα μεταφοράς containers, γεγονός που προκύπτει σαφώς από την απαίτηση συνδρομής διαφορετικών πραγματικών περιστατικών για καταβολή εκάστου (συγκεκριμένο επικίνδυνο φορτίο από την μία πλευρά, containersαπό την άλλη). Για τον λόγο αυτό άλλωστε και η σαφής αναφορά περί του ότι οδηγοί που πληρούν τις προϋποθέσεις λήψης και του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας και του επιδόματος μεταφοράς Containers, λαμβάνουν μόνον το ένα εξ αυτών, θεωρούμενη άρα δεδομένης της υπάρξεως δύο επιδομάτων. Συνεπαγόμενοι κίνδυνοι για την σωματική ακεραιότητα και τη ζωή του εργαζομένου οδηγού υφίστανται σίγουρα μόνο στην περίπτωση μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων και όχι απαραίτητα και στη μεταφορά φορτίων με εμπορευματοκιβώτια (containers), δεδομένου ότι δεν είναι απαραίτητο να υφίστανται πάντα επικίνδυνα φορτία μεταφερόμενα με εμπορευματοκιβώτια. Για τον λόγο αυτό άλλωστε και η διάταξη αναφέρεται σε ισόποσο επίδομα (πλασματική καταβολή του αυτού επιδόματος) αλλά και μη καταβολή για δύο φορές, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταβολής και των δύο. Πλην όμως, με την προαναφερθείσα διάταξη της ΠΥΣ μετενεργούν μόνο τα επιδόματα που δικαιολογούνται λόγω πράγματι υφιστάμενης επικίνδυνης εργασίας, αφού σ’ αυτά μόνο, η εν λόγω διάταξη αναφέρεται και όχι τα επιδόματα λόγω της κατά πλάσμα ύπαρξης επικίνδυνης εργασίας, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να μην συντρέχουν πράγματι λόγω μεταφοράς μη επικίνδυνων φορτίων με εμπορευματοκιβώτια.

Επίσης, με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι "... σύμφωνα με το άρθρο 14 του ΠΔ 27.6/4-7-1932, οι διακοπές εργασίας και τα διαλείμματα δεν θεωρούνται χρόνος εργασίας. Ειδικότερα, η εν λόγω διάταξη έχει ως ακολούθως: «ώρες εργασίας θεωρούνται αι πραγματικές, μη συμπεριλαμβανομένων των διακοπών ή διαλειμμάτων εργασίας». Η διάταξη αυτή παρ’ όλο που αφορά καταρχάς τους εργαζόμενους στη βιομηχανία, απηχεί γενικότερη αρχή στο ελληνικό εργατικό δίκαιο ότι τα διαλείμματα εργασίας δεν συμπεριλαμβάνονται στον χρόνο εργασίας και επομένως, η ισόχρονη προς τα διαλείμματα αυτά παράταση της εργασίας, μέχρι να συμπληρωθεί το κανονικό ωράριο, δεν γεννά αξίωση υπέρ των μισθωτών για τη λήψη αμοιβής, εκτός και εάν υπάρχει αντίθετη ειδική διάταξη ή συμφωνία (βλ. ΕφΑθ 9298/03, δημ. Νόμος, ΕγΥπΕργ 7/14-1-1986, ΔΕΝ 86, 842, ο χρόνος διαλείμματος για φαγητό δεν αποτελεί χρόνο εργασίας, ρητά όμως με την από 19-7-2022 ΣΣΕ των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις ορίζεται ότι το διάλειμμα είκοσι λεπτών θεωρείται χρόνος εργασίας, Δ. Ζερδελής, Ατομικό εργατικό δίκαιο, εκδ. 2015, παρ. 1012, ΔΕΝ 1996, 272, Ι. Ληξουριώτης, Εφαρμογές εργατικού δικαίου, εκδ. 2017, σελ. 171, Λαναράς, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, εκδ. 2014, σ. 466 επ.). τέτοια όμως ειδική διάταξη, ή συμφωνία που παραπέμπει στη διάταξη αυτή, δεν αποτελεί το άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΚ) 561/06 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006, που εκδόθηκε για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 και αριθ. 3820/85 του Συμβουλίου και ρύθμισε θέματα που αφορούσαν κυρίως την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών και για την εφαρμογή του οποίου έχει εκδοθεί η υπ’ αριθ. Φ 450/51477/5520/11 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 72687/10-11-2011, ΑΔΑ 45701-6Χ1) που ορίζει τις διοικητικές κυρώσεις για τις παραβιάσεις του Κανονισμού για τη συσκευή ελέγχου και για τις ώρες οδήγησης και ανάπαυσης των οδηγών και οι υπ’ αριθ. 450/10735/1241/23-3-2012 (ΑΔΑ: Β 44 Χ 1-Ζ3Ε) και Φ 450/746.79/31-12-2012 (ΑΔΑ: ΒΕΦΔ 1-Τ2Δ) Εγκύκλιοι του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Ειδικότερα, με το άρθρο 7 του εν λόγω Κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί ορίζεται ότι «Μετά από περίοδο οδήγησης τεσσερισήμισι ωρών, ο οδηγός κάνει διάλειμμα 45 τουλάχιστον λεπτών χωρίς διακοπή, εκτός εάν λάβει περίοδο ανάπαυσης. Το διάλειμμα αυτό μπορεί να αντικαθίσταται από διάλειμμα τουλάχιστον 15 λεπτών, που ακολουθείται από διάλειμμα τουλάχιστον 30 λεπτών, τα οποία κατανέμονται μέσα στην περίοδο οδήγησης κατά τρόπον ώστε να γίνονται σεβαστές οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου». Με την εν λόγω διάταξη, όπως σαφώς προκύπτει από το κείμενο αυτής, ουδόλως ορίζεται ειδικώς ότι ο χρόνος διαλείμματος ανήκει στον χρόνο εργασίας. Όσον αφορά τον χρόνο εργασίας των οδηγών, εφαρμογή έχει και το ΠΔ 167/06 με το οποίο έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 2002/15/ΕΚ Οδηγίας της 11ης Μαρτίου 2002 «για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών». Στο εν λόγω ΠΔ ορίζεται στο άρθρο 5 αυτού ότι «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του υπ’ αριθ. 3820/85 κανονισμού (ΕΟΚ) ή των διατάξεων της συμφωνίας AETR, σε περίπτωση που αυτή εφαρμόζεται, οι εκτελούντες κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών, με την επιφύλαξη του άρθρου 2, παράγραφος 1 του παρόντος, απαγορεύεται να εργάζονται πάνω από 6 διαδοχικές ώρες χωρίς διάλειμμα. Ο χρόνος εργασίας διακόπτεται από διάλειμμα τουλάχιστον 30 λεπτών, εάν το σύνολο των ωρών εργασίας κυμαίνεται μεταξύ έξι και εννέα ωρών, και τουλάχιστον 45 λεπτών, εάν το σύνολο των ωρών εργασίας υπερβαίνει τις εννέα ώρες». Και με βάση το εν λόγω ΠΔ και δη κατά το άρθρο 3 στοιχ. α’, δεν περιλαμβάνονται στον χρόνο εργασίας των μετακινούμενων εργαζομένων (οδηγών) τα κατά το άρθρο 5 διαλείμματα, ο κατά το άρθρο 6 χρόνος ανάπαυσης, καθώς και οι κατά το στοιχείο β’ του παρόντος άρθρου 3 περίοδοι υποχρέωσης διαθεσιμότητας (βλ. ΑΠ 601/17, δημ. ΝΟΜΟΣ). Το εν λόγω ΠΔ αναφέρεται στον χρόνο εργασίας οδηγού (μείζον) ενώ ο προαναφερθείς κανονισμός στις ώρες οδήγησης (έλασσον), η δε εξεύρεση του νόμιμου χρόνου εργασίας οδηγού απαιτεί τη συνδυαστική εφαρμογή και των δύο εν λόγω ρυθμίσεων και επομένως είναι μη νόμιμη η αγωγή με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παρέχει το διάλειμμα εργασίας με βάση σε μία μόνο από τις ως άνω διατάξεις.