08/01/2023
Η σύμβαση εργασίας διακρίνεται από τη σύμβαση εταιρείας, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο είναι η πρόθεση των εταίρων για εταιρική συνεργασία και η κοινή ανάληψη κινδύνων.
Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης που συνδέει τους συμβαλλόμενους αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΟλΑΠ 13/2017).
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνον εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Η σύμβαση εργασίας διακρίνεται από τη σύμβαση εταιρείας, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο είναι η πρόθεση των εταίρων για εταιρική συνεργασία και η κοινή ανάληψη κινδύνων.
Ενίοτε οι δύο αυτές συμβάσεις συμπλέκονται στην πράξη, ιδίως όταν η εισφορά στην εταιρεία συνίσταται στην προσωπική εργασία του εταίρου ή όταν οι εταίροι προσφέρουν προσωπική εργασία, πέραν της εισφοράς των, οπότε η σύμβαση της εταιρείας δεν μεταπίπτει εκ του λόγου τούτου σε σύμβαση εργασίας (ΑΠ 1596/2002).
Με την υπ' αριθ. 1687/2022 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί υποθέσεως που χειρίστηκε το γραφείο μας (Τ. Ταρπινίδης), κρίθηκε ότι ο ενάγων δεν συνδεόταν με την εναγομένη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με σύμβαση εταιρείας, λαμβάνοντας ιδίως υπ' όψιν τα εξής αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά : "α) ο ίδιος ο ενάγων κάνει λόγο στην αγωγή του για σχέδια κοινής επιχειρηματικής προσπάθειας με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας, με συγκεκριμένους ρόλους για τον καθένα, και καθορισμό μάλιστα, της δικής του (ενν. του ενάγοντος) συνεισφοράς, συνιστάμενης σε γνώσεις του επιχειρηματικού αντικειμένου, τις γνωριμίες και την προσωπική του εργασίας, σε ποσοστό 50%, β) ως μόνος λόγος για τη μη συμμετοχή του ενάγοντος στη σύνθεση της εναγομένης εταιρείας ήταν τα προσωπικά κωλύματα του ιδίου, τα οποία εξειδικεύονται, επίσης, σε άλλο σημείο της αγωγής του και αφορούν οικονομικές υποχρεώσεις του έναντι τρίτων και κυρίως τη Δ.Ο.Υ., γ) ο ρόλος του ενάγοντος στη λειτουργία της επιχείρησης, όπως επίσης περιγράφεται στην αγωγή, δεν αντιστοιχεί σε ρόλο απλού εργαζομένου, ο οποίος παρέχει την εργασία του, αποσκοπώντας στη λήψη μισθού ως αντιπαροχή, δ) ο ενάγων ήταν εκείνος που φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς του, να ασχολήθηκε με την οργάνωση της επιχείρησης, πριν από την ίδρυση της εναγομένης εταιρείας, προκειμένου αυτή να ενταχθεί σε πρόγραμμα επιδότησης από το ΕΣΠΑ, ε) βάσει των γνωριμιών, γνώσεων και ενεργειών του ενάγοντος επιτεύχθηκε η μεγαλύτερη επένδυση της επιχείρησης, δηλ. η εκμετάλλευση της καλλιέργειας και παραγωγής κρασιού στο Μετόχι της Ι.Μ.Α.Π., εγγυώμενος μάλιστα, προσωπικά την τήρηση της εν λόγω συμφωνίας, στ) ο ενάγων, επίσης, ασχολείτο με το σύνολο σχεδόν της τρέχουσας λειτουργίας της επιχείρησης, ήτοι αποθήκευση και διακίνηση των προϊόντων, προμήθεια πρώτων υλών, παραγγελίες, πωλήσεις, αναζήτηση πελατών σε Ελλάδα και εξωτερικό, παρασκευή και συσκευασία προϊόντων - στην τελευταία, μάλιστα, εργασία ο ενάγων εκθέτει ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα συνεπικουρούνταν από μέλη της οικογένειάς του, ήτοι τη σύζυγο και τη μητέρα του, ενέργεια που ασφαλώς δεν αντιστοιχεί σε μισθωτή εργασία, αλλά σε επιχειρηματική προσπάθεια, ζ) τέλος, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι επί τέσσερα (4) περίπου έτη δεν έλαβε σχεδόν κανένα ποσό για την προαναφερόμενη εργασία του, σε συνδυασμό με τις περιγραφόμενες συζητήσεις κατά καιρούς με τον διαχειριστή της εναγομένης εταιρείας, σχετικά με την "τυπική" είσοδο του ενάγοντος στην εταιρεία και το ποσοστό του σε αυτήν, βάσει της έως τότε συνεισφοράς του, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η εκτιθέμενη στην αγωγή σχέση μεταξύ των διαδίκων δεν αφορά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή απλή σχέση εργασίας, αλλά σύμβαση αφανούς εταιρείας, η οποία προφανώς δεν ευοδώθηκε, σύμφωνα με τις προσδοκίες του ενάγοντος, καθώς δεν αποκόμισε τα προσδοκώμενα οφέλη ...".