15/02/2022
Αίτηση διαγραφής ονόματος χώρου (domain name). Κίνδυνος συγχύσεως από τη σύγκρουση μεταξύ σήματος και ονόματος χώρου. Η αρμοδιότητα της πρωτογενούς ουσιαστικής εκτίμησης και της πραγματολογικής εξειδίκευσης της αόριστης νομικής έννοιας του κινδύνου συγχύσεως ανήκει αποκλειστικά στην αρμόδια διοικητική αρχή, δηλαδή στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.).
Σύμφωνα με την υπ’αριθ. 345/2022 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), εκδοθείσα επί υποθέσεως που χειρίστηκε η εταιρεία μας (Ξ. Παπακάλα), το ΣτΕ εξαφάνισε απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (ΔΕΦ Αθ), δια της οποίας το εν λόγω Δικαστήριο ακυρώνοντας απόφαση της Ε.Ε.Τ.Τ., είχε διατυπώσει πρωτογενώς ουσιαστικές εκτιμήσεις περί συνδρομής κινδύνου συγχύσεως από τη σύγκρουση προγενέστερου ονόματος χώρου με σήμα.
Συγκεκριμένα το ΣτΕ απεφάνθη ότι : …… προκειμένου η Ε.Ε.Τ.Τ. να εξειδικεύσει την αόριστη νομική έννοια του «κινδύνου συγχύσεως» κατά την εξέταση αιτήματος διαγραφής ονόματος χώρου, πρέπει να προσδιορίσει τον βαθμό της οπτικής, ακουστικής και ουσιαστικής ομοιότητας μεταξύ σήματος και ονόματος χώρου και να εκτιμήσει, ενδεχομένως, τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στα διάφορα αυτά στοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη την κατηγορία των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών και τις συνθήκες υπό τις οποίες διατέθηκαν στην αγορά, ενόψει του προφίλ του μέσου καταναλωτή των οικείων προϊόντων.
Οι ουσιαστικές αυτές εκτιμήσεις ανήκουν αποκλειστικά στην αρμόδια διοικητική αρχή, δηλαδή στην Ε.Ε.Τ.Τ, ελέγχονται δε ακυρωτικώς -εκ της απόψεως της χρήσης ή μη των νομίμων κριτηρίων οριοθέτησης της εν λόγω αόριστης έννοιας, της ορθής υπαγωγής των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στα κριτήρια αυτά σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, και της συνδρομής ή μη πλάνης περί τα πράγματα- μέσω της αιτιολογίας της σχετικής ληφθείσας αποφάσεως. Δεν ανήκει όμως στον διοικητικό δικαστή, σε κάθε περίπτωση, η αρμοδιότητα να προβαίνει πρωτογενώς σε τέτοιου είδους ουσιαστικές εκτιμήσεις, και ως εκ τούτου σε de facto άσκηση διοικητικού έργου, χωρίς η διοίκηση να έχει προηγουμένως προβεί στην πραγματολογική εξειδίκευση της εν λόγω αόριστης νομικής έννοιας, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε με παραβίαση της απορρέουσας από την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών απαγορεύσεως υπεισέλευσης της δικαστικής λειτουργίας στην εκτελεστική επί θεμάτων για τα οποία η τελευταία είναι αποκλειστικώς αρμόδια (πρβλ. ΣτΕ 3045/2017, 616/2013 Ολομ.).
Αντί όμως το δικάσαν Εφετείο να ακυρώσει στο σημείο αυτό την προσβαλλόμενη ενώπιόν του απόφαση της Ε.Ε.Τ.Τ. και να αναπέμψει την υπόθεση στην Αρχή προς ουσιαστική έρευνα της συνδρομής της δεύτερης σωρευτικά αναγκαίας προϋπόθεσης για την διαγραφή ονόματος χώρου, δηλαδή περί του αν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ σήματος και ονόματος χώρου, προέβη ανεπιτρέπτως στην άσκηση διοικητικού έργου, εξειδικεύοντας με ουσιαστικές εκτιμήσεις την εν λόγω αόριστη νομική αυτή έννοια και κρίνοντας ότι πράγματι συνέτρεχε, εν προκειμένω, η συνδρομή κινδύνου συγχύσεως.
Με τον τρόπο όμως αυτό το Διοικητικό Εφετείο αποφάνθηκε, τελικώς, ότι συνέτρεχε υποχρέωση της Ε.Ε.Τ.Τ. να προβεί στη διαγραφή του επίμαχου ονόματος χώρου, ενώ όφειλε να έχει ήδη αναπέμψει την υπόθεση στην Αρχή, προκειμένου να ερευνηθεί αν συντρέχουν όλες οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την διαγραφή του επίμαχου ονόματος και ειδικότερα περί του εάν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως του κοινού από την παράλληλη χρήση του με το εμπορικό σήμα της εφεσίβλητης.
Συνεπώς, για τον βασίμως προβαλλόμενο αυτό λόγο έγινε δεκτή η έφεση του εντολέα μας και εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η δε υπόθεση αναπέμφθηκε ενώπιον της Ε.Ε.Τ.Τ., όπου η αίτηση της αλλοδαπής εταιρείας περί διαγραφής του επίμαχου ονόματος χώρου κατέστη εκ νέου εκκρεμής, προκειμένου να κριθεί οριστικά, ύστερα και από εξέταση των αντίθετων συναφών ισχυρισμών των μερών, αν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση υποχρέωσης διαγραφής του εν λόγω ονόματος χώρου κατ΄ άρθρο 10 παρ. Α περ. 2 α του Κανονισμού Ονομάτων Χώρου.