29/09/2026

Η ακυρότητα των ρητρών μετασυμβατικής απαγόρευσης του ανταγωνισμού και οι έννομες συνέπειες της ακυρότητάς τους.

Η ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΡΗΤΡΩΝ ΜΕΤΑΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ &  ΟΙ ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥΣ.

Τάσος Ταρπινίδης, Δικηγόρος

(Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τ. 8/2026 της Επιθεώρησης Εργατικού Δικαίου και αποτέλεσε εισήγηση του υπογράφοντος στο 21ο Πανελλήνιο Συνέδριο της ΕΔΕΚΑ που πραγματοποιήθηκε στην Θεσσαλονίκη στις 26 και 27 Σεπτεμβρίου 2025, με θέμα "Αλγοριθμική διοίκηση στις εργασιακές σχέσεις και προστασία περιεχομένου και υπόστασης στη σύμβαση εργασίας)

Ι.              Ελλείψει ειδικού νομοθετικού πλαισίου στη χώρα μας, ο δικαστικός έλεγχος των ρητρών μετασυμβατικής απαγόρευσης του ανταγωνισμού γίνεται, κατά βάση,  μέσω των διατάξεων των άρθρων 178 και 179 ΑΚ και όχι τόσο μέσω του άρθρου 281 ΑΚ, που, όπως υποστηρίζεται από τη θεωρία [1] και φαίνεται ορθότερο, συνιστά την πλέον πρόσφορη επιλογή για μια δίκαιη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των καταχρηστικών όρων εργασίας γενικά. Στην πράξη, θα έλεγε κανείς πως μικρή σημασία έχει σε ποια νομοθετική βάση θα στηριχθεί ο δικαστικός έλεγχος των συγκεκριμένων ρητρών, αφού προέχουσα επιδίωξη εν προκειμένω συνιστά η επαρκής προστασία του μέρους που επί της ουσίας δεν διαπραγματεύεται καν τις ρήτρες αυτές και αναγκάζεται να εμπιστευθεί την επαγγελματική του σταδιοδρομία στη διάθεση του εργοδότη του. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι οι περισσότερες αποφάσεις, αν και επικαλούνται στο σκεπτικό τους τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ [2], τελικά από τις ουσιαστικές παραδοχές τους προκύπτει πως δεν ικανοποιείται στις υποθέσεις που δικάζουν, ούτε το πραγματικό της αντίθεσης στα χρηστά ήθη ούτε αυτό της καταδυναστευτικής ή καταπλεονεκτικής σύμβασης. Πολύ πρόσφατα, το Εφετείο Αθηνών με την υπ’ αριθ. 597/2025 απόφασή του [3], αφού αναπτύσσει με άρτια δομημένη επιχειρηματολογία την προβληματική γύρω από την ανάγκη της ισόρροπης εναρμόνισης των αντικρουόμενων συμφερόντων, ούτως ώστε, να προστατεύονται μεν, τα επιχειρηματικά συμφέροντα του εργοδότη, αλλά χωρίς να θίγεται υπέρμετρα το δικαίωμα εργασίας, οριοθετεί τη μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού, τόσο στα χρηστά ήθη (άρθρα 178 και 179 ΑΚ) ως τα ακραία όρια πέραν των οποίων μία συμπεριφορά δεν μπορεί να γίνει ανεκτή από την έννομη τάξη, όσο και στις  διατάξεις των άρθρων 25 του Συντάγματος και του άρθρου 281 ΑΚ, όταν κατά την αξιολόγηση μιας ρήτρας δεν διαπιστώνεται αντίθεση στα χρηστά ήθη, αλλά δυσανάλογη κατανομή συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Όπως χαρακτηριστικά εκθέτει στο σκεπτικό της η απόφαση, το άρθρο 281 ΑΚ «προσφέρει τη βάση για έλεγχο όχι μόνο δικαιωμάτων, αλλά και ελευθεριών, αφού η άσκηση μιας ελευθερίας, όπως είναι η συμβατική ελευθερία, είναι περισσότερο επιρρεπής στην κατάχρηση, σε σχέση με ένα σαφώς οριοθετημένο δικαίωμα».

Με βάση τα ανωτέρω, γίνεται αντιληπτό ότι τελικά μάλλον έχει βαρύνουσα σημασία σε ποια νομοθετική βάση θα στηριχθεί ο δικαστικός έλεγχος των συγκεκριμένων ρητρών, καθώς η βάση αυτή καθορίζει αφενός μεν, το είδος της ακυρότητας (απόλυτη ή σχετική), αφετέρου και κατ’  επέκταση, τα αποτελέσματα που μπορεί να επιφέρει ο χαρακτηρισμός της ακυρότητας αυτής.

Κατά τη θεωρία [4], όταν μία δικαιοπραξία είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, η ακυρότητα που επιφέρει, είναι απόλυτη, αφού οι διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ είναι δημοσίας τάξεως. Και ως τέτοια, η άκυρη δικαιοπραξία εκτός του ότι λογίζεται ως μη γενόμενη, κατ’  άρθρ. 180 ΑΚ, ενεργεί ex tunc και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπ΄ όψιν  από το δικαστήριο. Με αυτά τα δεδομένα, τελικώς, τα αποτελέσματα ενός τέτοιου χαρακτηρισμού της ακυρότητας, είναι μάλλον επαχθή για τον εργαζόμενο:

Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να αναζητήσει την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο πρώην εργοδότης του (908 ΑΚ), εξαιτίας της απώλειας μιας θέσης εργασίας που του προσφέρθηκε στον ανταγωνισμό, μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας του, επειδή συμμορφώθηκε στην υποχρέωση που του επέβαλε η άκυρη ρήτρα. Ωστόσο, πόσο εύκολο είναι να αποδείξει τελικά ότι μια ανταγωνιστική επιχείρηση του προσέφερε εργασία, σε συγκεκριμένη θέση και με συγκεκριμένες αποδοχές ; Προφανώς, ακόμη κι αν θα μπορούσε να είναι εφικτή μια τέτοια απόδειξη, δεν είναι καθόλου εύκολη, την ίδια στιγμή που από την άλλη πλευρά, ο εργοδότης ήδη επωφελήθηκε από την άκυρη ρήτρα, αφού κατόρθωσε τελικά να απομονώσει τον εργαζόμενό του από τον ανταγωνισμό.

Οι επαχθείς όμως, συνέπειες ενός τέτοιου χαρακτηρισμού δεν τελειώνουν εδώ. Την ίδια στιγμή που ο εργαζόμενος θα προσπαθεί να στοιχειοθετήσει και να αποδείξει την αποθετική του ζημία, ο εργοδότης που ήδη επωφελήθηκε από τον περιορισμό της επαγγελματικής δράσης του πρώην εργαζομένου του, θα δικαιούται και αυτός – επικαλούμενος την απόλυτη ακυρότητα της ρήτρας – να ζητήσει την επιστροφή του αχρεώστητου πια «οικονομικού ανταλλάγματος» (με βάση τις διατάξεις  του αδικαιολόγητου πλουτισμού - 904 ΑΚ), του ποσού, δηλαδή, που κατέβαλε στον εργαζόμενο, για να μην απασχοληθεί ο τελευταίος σε ανταγωνιστή του.

Οι προφανώς ανεπιεικείς αυτές συνέπειες για τον εργαζόμενο και το αδιέξοδο που δημιουργείται, αντιμετωπίζονται εν μέρει με την επίκληση της διάταξης του άρθρου 907 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία αποκλείεται η αναζήτηση οποιασδήποτε παροχής που έγινε για ανήθικη αιτία που αφορά και τον δότη, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να εμποδίζεται τελικά να ζητήσει την επιστροφή του οικονομικού ανταλλάγματος.

Πλην όμως, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος έχει τηρήσει τις δικές του υποχρεώσεις, μένοντας κατά το συμφωνηθέν διάστημα εκτός ανταγωνισμού, θα εξακολουθεί να είναι αντιμέτωπος με τη δυσκολία να αποδείξει την αποθετική του ζημία. Μάλιστα, ο αντίλογος πως η ζημία αυτή έχει οικονομικά ισοφαρισθεί με το αντάλλαγμα που ήδη έχει λάβει, δυνάμει της άκυρης ρήτρας, δεν μπορεί να υποστηριχθεί πειστικά, ιδίως αν το οικονομικό αυτό αντάλλαγμα είναι πενιχρό, ή πολύ περισσότερο, όταν η ακυρότητα της ρήτρας στηρίζεται τελικά στην παντελή έλλειψη οικονομικού ανταλλάγματος.

Οι παραπάνω προβληματισμοί επιβεβαιώνουν την ορθότητα της άποψης της θεωρίας, σύμφωνα με την οποία ο απόλυτος εν προκειμένω χαρακτήρας της ακυρότητας θα πρέπει να σχετικοποιείται “in concreto”, μέσω της απόκρουσης της επίκλησης της ακυρότητας ως καταχρηστικής (281 ΑΚ), και ειδικότερα, με βάση την αρχή ότι «κανείς δε μπορεί να επικαλείται τη δική του ανηθικότητα» [5]. Με τη θέση αυτή επιτυγχάνεται τελικά, η απόφαση για τη διατήρηση ή μη των αποτελεσμάτων της ρήτρας να ανήκει αποκλειστικά στον εργαζόμενο, ο οποίος είναι και ο μοναδικός που μπορεί να αξιολογήσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ποιο είναι το συμφέρον του : Είτε να συνεχίσει να τηρεί στο μέλλον τις δεσμεύσεις που παράγει η ρήτρα, έχοντας έτσι το δικαίωμα να αναζητά από τον εργοδότη του την καταβολή της αποζημίωσης. Είτε, αποδεσμευόμενος από την άκυρη ρήτρα, να μπορεί να προσληφθεί και να προσφέρει την εργασία του σε μια ανταγωνιστική επιχείρηση.

Διαφορετικά, η εμμονή στη θέση του «απόλυτου» χαρακτήρα της ακυρότητας, κατά τα ανωτέρω, θα κινδυνεύει να εξυπηρετεί τελικά το συμφέρον αυτού που την προκάλεσε / ή ακόμη χειρότερα, αυτού που την «επέβαλε».

Από την άλλη πλευρά βέβαια, υποστηρίζεται πως η «σχετικοποίηση» της απόλυτης ακυρότητας, με την παραπάνω προσέγγιση, δεν είναι και η πλέον ασφαλής λύση για τον εργαζόμενο, αφού πάντοτε η κατάληξή τις θα εξαρτάται από μία αβέβαιη κρίση Δικαστηρίου, ενώ το όποιο ευνοϊκό για τον εργαζόμενο περιεχόμενο τις ρήτρας (που δεν είναι άλλο από το οικονομικό αντάλλαγμα) δε θα μπορεί να ικανοποιηθεί στο μέλλον.

Για το λόγο αυτό, η ίδια άποψη καταλήγει πως η ακυρότητα αυτή, παρά το ότι εκπορεύεται από την αντίθεση σε κανόνα δημοσίας τάξεως (ΑΚ 179), θα πρέπει να θεωρείται ως «σχετική», ώστε, αφενός να μη τη λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο και να μπορεί να την επικαλεστεί μόνον ο εργαζόμενος, που αποτελεί και το αδύναμο διαπραγματευτικά μέρος στη σύναψη τις σύμβασης εργασίας, και αφετέρου, τα αποτελέσματα του χαρακτηρισμού τις ρήτρας ως άκυρης να μην ανατρέχουν στο παρελθόν, ώστε να κινδυνεύει ο εργαζόμενος να επιστρέψει το τυχόν οικονομικό αντάλλαγμα που έλαβε, την ίδια στιγμή που ο τις έχει παραμείνει εκτός ανταγωνισμού, τηρώντας τις δεσμεύσεις που ανέλαβε [6].

Ωστόσο, η άποψη αυτή δε φαίνεται να προσεγγίζει το σκοπό μίας ισορροπημένης δικαιϊκά λύσης, ιδίως, σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν είναι και τόσο αδύναμος διαπραγματευτικά, αλλά αντίθετα, συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση του τελικού περιεχομένου μιας τέτοιας ρήτρας. Το φαινόμενο δεν είναι πια σπάνιο, όπως συνέβαινε παλιά. Στελέχη με μεγάλη εξειδίκευση και εμπειρία μεταπηδούν από εταιρεία σε εταιρεία στο ίδιο ανταγωνιστικό πεδίο, έχοντας ουσιαστική συμμετοχή στη διαμόρφωση τέτοιου είδους ρητρών. Στο πλαίσιο αυτό, διαπραγματεύονται και συμφωνούνται υψηλά οικονομικά ανταλλάγματα, για να μείνουν εκτός αγοράς, μετά την αποχώρησή τους από την επιχείρηση. Ανταλλάγματα που οι επιχειρήσεις δέχονται να καταβάλλουν, προσδοκώντας ότι θα περιορίσουν την έκθεσή τους σε πλήγματα του ανταγωνισμού.

Αν γίνει δεκτή η παραπάνω θέση, είναι προφανές πως επέρχεται ένα εξίσου ανεπιεικές αποτέλεσμα, αυτή τη φορά όμως, για τον εργοδότη : το Στέλεχος θα έχει αποχωρήσει, αφού προηγουμένως έχει εισπράξει ένα υψηλότατο οικονομικό αντάλλαγμα, αλλά μετά, επικαλούμενο την ακυρότητα της ρήτρας, αφενός θα μπορεί να προσληφθεί από ανταγωνιστή εντός της χρονικής περιόδου ή στη γεωγραφική περιφέρεια που είχε απαγορευθεί, αφετέρου θα έχει δικαίωμα να διατηρήσει το οικονομικό αντάλλαγμα που εισέπραξε.

Με βάση τις σκέψεις αυτές, ορθότερη φαίνεται η άποψη ότι η ακυρότητα που προκαλεί μια ρήτρα μετασυμβατικού ανταγωνισμού, λόγω αντίθεσης στις διατάξεις των άρθ. 178 και 179 ΑΚ, είναι απόλυτη, που όμως, θα πρέπει «σχετικοποιείται», μέσω της απόκρουσης της επίκλησής της ως καταχρηστικής, με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

 

ΙΙ.             Μείζον ζήτημα δημιουργεί επίσης, η δυνατότητα διάσωσης του κύρους της ρήτρας απαγόρευσης του μετασυμβατικού ανταγωνισμού και ειδικότερα, αν η ακυρότητα ενός μέρους θα πρέπει να επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της ρήτρας.

Η κρατούσα άποψη[7] στη θεωρία τάσσεται υπέρ της ολικής ακυρότητας του επίμαχου όρου, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η συγκεκριμένη ρήτρα, λόγω της φύσης και του σκοπού που εξυπηρετεί, συγκροτεί μία ενιαία και αδιαίρετη ολότητα στοιχείων (χρόνος, τόπος, επάγγελμα, αντάλλαγμα) που αλληλοεξαρτώνται και δεν μπορούν να απομονωθούν και να λειτουργήσουν αυτοτελώς :

Έτσι, για παράδειγμα, πώς μπορεί να διασωθεί μία ρήτρα που προβλέπει μόνο χρονικούς περιορισμούς π.χ. απαγόρευση απασχόλησης σε ανταγωνιστή για 2 έτη, χωρίς καμία αναφορά σε γεωγραφική περιοχή, ή σε δραστηριότητα, ή σε οικονομικό αντάλλαγμα ; Τέτοια παραδείγματα μπορούν να διατυπωθούν πολλά, δείχνοντας πειστική την άποψη αυτή.

Ωστόσο, η νομολογία [8], με ελάχιστες εξαιρέσεις [9], δε φαίνεται να υιοθετεί την παραπάνω θέση. Ενώ αξιώνει τη σωρευτική εκπλήρωση των γνωστών κριτηρίων (χρόνος, τόπος, επάγγελμα, αντάλλαγμα), προβαίνει στη διάσωση του κύρους της ρήτρας, όταν κάποιο κριτήριο ελέγχεται ως προβληματικό, αξιοποιώντας για το σκοπό αυτό τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ. Απομονώνοντας το άκυρο μέρος, το Δικαστήριο επεμβαίνει ερμηνευτικά και διορθώνει στο προσήκον μέτρο το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας, με επιχείρημα ότι η συγκεκριμένη δικαιοπραξία μπορεί να λειτουργήσει και χωρίς το άκυρο μέρος της, αφού ο μεν εργαζόμενος περιέρχεται σε ευμενέστερη θέση, ο δε εργοδότης απολαμβάνει μίαν έστω μικρότερη προστασία των έννομων αγαθών τους. Με τις σκέψεις αυτές, χαρακτηριστικά, το Εφετείο της Αθήνας, με την υπ’ αριθ. 6181/2022 απόφασή του, διέσωσε το κύρος μίας τέτοιας ρήτρας, περιορίζοντας τη χρονική διάρκεια της απαγόρευσης από τα 3 στα 2 χρόνια.

Η μερική ακυρότητα της ρήτρας, παρά την εκτεταμένη κριτική που δέχεται από τη θεωρία [10], με προέχον επιχείρημα αυτό της παραβίασης της αρχής της διαφάνειας ως προς τους συγκεκριμένους όρους απαγόρευσης που περιορίζουν το δικαίωμα της εργασίας, ικανοποιεί περισσότερο την ανάγκη της ισόρροπης αντιμετώπισης των αντικρουόμενων συμφερόντων, χωρίς να καθίσταται μεθοδολογικά ανεπίτρεπτη η διαμορφωτική παρέμβαση του δικαστή στη διαμόρφωση του περιεχομένου της ρήτρας, ιδίως όταν ο ίδιος ο νόμος (ΑΚ 181) επιτρέπει μία τέτοια παρέμβαση.

Με δεδομένο ότι τα κριτήρια που προσδιορίζουν το κύρος της εν λόγω ρήτρας δεν ορίζονται νομοθετικά στη χώρα μας, αλλά έχουν διαμορφωθεί ουσιαστικά από τη θεωρία και τη νομολογία, η παρέμβαση του δικαστή εν προκειμένω όχι μόνον είναι επιτρεπτή, αλλά είναι και απαραίτητη, αφού αυτός, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, καλείται να σταθμίσει - συνολικά και επιμέρους - τα στοιχεία που θα εξασφαλίσουν αυτό που τα μέρη επιδίωξαν, αλλά δεν κατόρθωσαν να επιτύχουν με ισόρροπη εναρμόνιση των συμφερόντων τους. Θα ήταν αναμφίβολα ανεπιεικής η λύση της ολικής ακυρότητας μίας ρήτρας, που προέβλεπε την απαγόρευση μετασυμβατικού ανταγωνισμού ενός στελέχους που εισέπραξε ένα πολύ υψηλό οικονομικό αντάλλαγμα, επειδή η διάρκεια της απαγόρευσης ήταν τρία αντί για δύο έτη. Θα ήταν ομοίως ανεπιεικής η λύση της ολικής ακυρότητας μίας ρήτρας, που το μόνο μεμπτό στοιχείο της ήταν ένας «υπέρμετρος» τοπικός περιορισμός, όπως λ.χ. αντί για το σύνολο της επικράτειας, η απαγόρευση θα έπρεπε να περιορίζεται μόνο στην Βόρεια Ελλάδα.

Ολοκληρώνοντας, ίσως η πλέον ενδεδειγμένη και ασφαλής λύση του ζητήματος θα ήταν η νομοθέτηση συγκεκριμένων κριτηρίων, με σαφή και οριοθετημένα στοιχεία για κάθε περίπτωση, αντλώντας παραδείγματα από τη διεθνή εμπειρία. Ωστόσο, εκτιμώ πως από τη φύση της η απαγόρευση του μετασυμβατικού ανταγωνισμού χαρακτηρίζεται από δυναμικές μεταβλητές, ανάλογα με τη δραστηριότητα, την περιοχή, το επάγγελμα κ.ο.κ. που δεν θα μπορούν ίσως να προβλεφθούν ή περιοριστούν σ΄ ένα πλαίσιο.

 Τέλος, ως προς την επίδραση της άκυρης ρήτρας του μετασυμβατικού ανταγωνισμού, εκεί θεωρία και νομολογία [11]  ταυτίζονται στη θέση ότι η διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ έχει έδαφος εφαρμογής, οπότε διασώζεται το κύρος της σύμβασης εργασίας, εκτός αν ο εργοδότης επικαλεστεί και αποδείξει ότι χωρίς τη ρήτρα αυτή, δε θα προέβαινε στην κατάρτιση της σύμβασης εργασίας.

Στην αντίστροφη περίπτωση, που η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, αλλά η ρήτρα απαγόρευσης θεωρείται έγκυρη, τότε, όπως ορθά υποστηρίζεται, η ρήτρα δε χάνει την ισχύ της, καθόσον μάλιστα, η ισχύς της ενεργοποιείται μετά τη λύση της σύμβασης. Επομένως, ο μεν εργοδότης έχει δικαίωμα να αξιώσει από τον εργαζόμενο να μην απασχοληθεί σε ανταγωνιστή, για συγκεκριμένο διάστημα και σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, ο δε εργαζόμενος έχει δικαίωμα να λάβει το οικονομικό αντάλλαγμα που συμφωνήθηκε.

 


[1] βλ. αντί άλλων Ζερδελή, Σύγχρονα Θέματα Εργατικού Δικαίου, Εκδ. Σάκκουλα 2020. σελ. 217

[2] βλ. ΜονΕφΑθ 6181/2022, Αρμ. 2025.376, ΑΠ 1591/2002 ΔΕΝ 2003.661

[3] δημ. στον ιστότοπο Sakkoulas-Online.gr

[4] βλ. σχετ. αντί άλλων Π. Λαδά, Η ακυρότης της δικαιοπραξίας λόγω αντιθέσεως εις τα χρηστά ήθη, Θεσσαλονίκη, 1979, σελ. 159, Παπαντωνίου, Γενικές Αρχές, σελ. 417 επόμ., Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές, σ. 471.

[5] βλ. Ζερδελή, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, σελ. 51 επόμ. και τις εκεί παραπομπές.

[6] βλ.  Τραυλό – Τζανετάτο, Η μετασυμβατική απαγόρευση του ανταγωνισμού στο εργατικό δίκαιο, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 2005, σελ. 122 – με εκεί περαιτέρω παραπομπές.

[7] βλ. Τραυλό – Τζανετάτο, ό.π. σελ. 128 – με εκεί περαιτέρω παραπομπές. 

[8] ΑΠ 1285/1984 ΕΕργΔ 1985.576, ΜονΕφΑθ 6181/2022 Αρμ.2025.376,

[9] ΜονΠρΑθ 192/2022 – δημ. σε ΤΝΠ NOMOS

[10] βλ. Τραυλό – Τζανετάτο, ό.π. σελ. 128, που υποστηρίζει ότι «η ρήτρα της μετασυμβατικής απαγόρευσης του ανταγωνισμού από τη φύση και την τελολογία της συγκροτεί μία ενιαία και αδιαίρετη ολότητα, με αποτέλεσμα η ακυρότητα να είναι ολική». 

[11]   βλ. Ζερδελή, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, σελ. 400 και Καταχρηστικοί Όροι Εργασίας, 2005. Σελ. 116 επόμ.  με περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία και νομολογία.