#Εργατικό_Δίκαιο

07/11/2026

Μεταβίβαση επιχείρησης και καταχώριση στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ

Τάσος Ταρπινίδης, Δικηγόρος

Μεταβίβαση επιχείρησης συντρέχει, όταν ένας νέος εργοδότης αναλαμβάνει και συνεχίζει τη λειτουργία μιας οικονομικής μονάδας που διατηρεί την ταυτότητά της. Κατά το άρθρο 359 παρ. 1 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (ΠΔ 62/2025), στο οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 2 του ΠΔ 178/2002, η μεταβίβαση μπορεί να αφορά ακόμη κι ένα μόνο τμήμα της επιχείρησης, εφόσον πρόκειται για οργανωμένο σύνολο πόρων που εξυπηρετεί ορισμένη οικονομική δραστηριότητα. Η αλλαγή του φορέα μπορεί να επέλθει με πώληση, εκμίσθωση ή συγχώνευση, ενώ έχει κριθεί ότι μπορεί να συντρέχει τέτοια μεταβολή και με την ανάθεση του ίδιου έργου σε νέο εργολάβο, ακόμη και αν μεταξύ των δύο εργολάβων δεν υπάρχει απευθείας συμβατική σχέση (άρθρο 1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ, ΑΠ 420/2024, ΔΕΚ C-340/01, Abler).

Για να κρίνει, αν το τμήμα της εκμετάλλευσης ως οικονομική μονάδα διατήρησε την ταυτότητά του, το δικαστήριο εξετάζει ποια στοιχεία της ανέλαβε πράγματι ο νέος φορέας. Συνεκτιμά το είδος της δραστηριότητας, τη χρήση των ίδιων εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού, την αξία των άυλων στοιχείων που μεταβιβάστηκαν, τη διατήρηση της πελατείας, την ανάληψη σημαντικού μέρους του προσωπικού, την ομοιότητα της δραστηριότητας πριν και μετά τη μεταβίβαση και τη διάρκεια τυχόν διακοπής της. Η βαρύτητα κάθε στοιχείου εξαρτάται από τον τρόπο οργάνωσης της συγκεκριμένης εργασίας. Έτσι, σε ένα συνεργείο καθαρισμού έχει ιδιαίτερη σημασία πόσους και ποιους από τους εργαζομένους του προηγούμενου αναδόχου απασχολεί ο νέος, ενώ σε δραστηριότητα που προϋποθέτει σημαντικό εξοπλισμό, αποφασιστική βαρύτητα μπορεί να έχει η συνέχιση της χρήσης του από τον νέο ανάδοχο, ακόμη και αν ο εξοπλισμός ανήκει στον κύριο του έργου (ΔΕΚ C-13/95, Süzen και C-340/01, Abler, ΔΕΕ C-293/24, Ferreira da Silva e Brito, σκ. 73-78).

Από την ημερομηνία της μεταβίβασης ο διάδοχος υπεισέρχεται αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προηγούμενου εργοδότη από τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της μεταβιβαζόμενης μονάδας, με αποτέλεσμα να διατηρούνται για τον εργαζόμενο οι όροι αμοιβής και εργασίας που ίσχυαν κατά τη μεταβίβαση, ο δε χρόνος που διένυσε στον προηγούμενο εργοδότη συνυπολογίζεται σε κάθε δικαίωμά του που εξαρτάται από τη διάρκεια της υπηρεσίας του. Ως εκ τούτου, η συνέχιση της σύμβασής του δεν προϋποθέτει νέα πρόσληψη ή συναίνεσή του στην αλλαγή του εργοδότη, ενώ για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μέχρι την ανάληψη της επιχείρησης από τον διάδοχο, ο μεταβιβάζων εξακολουθεί να ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτόν (άρθρα 361 και 362 ΚΕΔ / άρθρα 4 και 5 ΠΔ 178/2002).

Ο μεταβιβάζων οφείλει, εγκαίρως πριν από τη μεταβίβαση, να ενημερώσει τους εκπροσώπους των εργαζομένων του για την ημερομηνία και τους λόγους της, τις νομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες για το προσωπικό και τα μέτρα που προτίθεται να λάβει. Την ίδια υποχρέωση έχει ο διάδοχος έναντι των εκπροσώπων των δικών του εργαζομένων, προτού επηρεαστούν άμεσα οι συνθήκες απασχόλησής τους. Όποιος από τους δύο εργοδότες σχεδιάζει μέτρα που μεταβάλλουν το καθεστώς των εργαζομένων του οφείλει να διαβουλευθεί εγκαίρως με τους εκπροσώπους τους προς επίτευξη συμφωνίας και να καταγράψει σε πρακτικό το αποτέλεσμα. Εάν δεν υπάρχουν εκπρόσωποι για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση των εργαζομένων, ο εργοδότης ενημερώνει εγγράφως, εκ των προτέρων και συγχρόνως όλους τους εργαζομένους (άρθρο 365 ΚΕΔ / άρθρο 8 ΠΔ 178/2002). Πέραν της ενημέρωσης του προσωπικού, καθένας από τους δύο εργοδότες οφείλει να αναγγείλει τη μεταβίβαση στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ.

Ακόμη και σήμερα, ορισμένες επιχειρήσεις, είτε επειδή αγνοούν τη δυνατότητα που παρέχει το ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ είτε για να αποφύγουν τις διατυπώσεις της μεταβίβασης, ζητούν από το προσωπικό να υπογράψει δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης και, στη συνέχεια, νέα σύμβαση με τον διάδοχο. Ωστόσο, ακόμη κι αν στη νέα σύμβαση περιληφθεί όρος αναγνώρισης της προϋπηρεσίας και των λοιπών δικαιωμάτων του εργαζομένου, ο όρος αυτός δεν νομιμοποιεί την αναγγελία μιας παραίτησης που ουδέποτε θέλησε ο ίδιος. Αν μάλιστα, ο διάδοχος αρνηθεί την επαναπρόσληψη, ο μεταβιβάζων ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με τον ισχυρισμό ότι η φερόμενη ως παραίτηση υπέκρυπτε δική του καταγγελία της σύμβασης. Στην υπόθεση που απασχόλησε την ΑΠ 838/2023, ο  διάδοχος εργοδοτικός φορέας θεώρησε ότι δεν όφειλε αποζημίωση, υπολογίζοντας τον χρόνο υπηρεσίας από την επαναπρόσληψη του εργαζομένου, με αποτέλεσμα η απόλυση να κριθεί άκυρη λόγω μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης και να επιδικαστούν στον εργαζόμενο αποδοχές υπερημερίας.

Ήδη το ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ που τέθηκε σε εφαρμογή τον Φεβρουάριο του 2026, προβλέπει δύο ειδικές αναγγελίες για κάθε εργαζόμενο της μεταβιβαζόμενης μονάδας. Ο μεταβιβάζων υποβάλλει την «Ψηφιακή Αναγγελία Λήξης Εργασίας – Μεταβίβαση σε Επιχείρηση» εντός τεσσάρων (4) εργάσιμων ημερών από τη μεταβίβαση, δηλώνοντας την ημερομηνία της, τον ΑΦΜ και την επωνυμία του διαδόχου. Από την άλλη πλευρά, ο διάδοχος υποβάλλει την «Ψηφιακή Αναγγελία Έναρξης Εργασίας – Μεταβίβαση από Επιχείρηση» το αργότερο την ημέρα της μεταβίβασης και πάντως πριν ο εργαζόμενος αναλάβει εργασία σε αυτόν, δηλώνοντας συγκεκριμένα την ημερομηνία μεταβίβασης, τον ΑΦΜ και την επωνυμία του μεταβιβάζοντος, καθώς και την αρχική ημερομηνία πρόσληψης του εργαζομένου (βλ. Συνοπτικό Οδηγό ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ, ενότητα 8).

Με τις παραπάνω αναγγελίες απλοποιείται πλέον η διαδικασία μεταβίβασης του προσωπικού από τον προηγούμενο εργοδότη στον διάδοχο, η δε χρήση τους περιορίζει σημαντικά την ανασφάλεια που εύλογα προκαλεί στον εργαζόμενο η απαίτηση να υπογράψει δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης, με τη διαβεβαίωση ότι ο διάδοχος θα τον προσλάβει και θα αναγνωρίσει την προϋπηρεσία του. Για τους δύο εργοδότες μειώνεται, αντίστοιχα, ο κίνδυνος να εμπλακούν σε δικαστική διαφορά, ως προς το αν πράγματι λύθηκε η σύμβαση εργασίας ή ποιος χρόνος υπηρεσίας πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης.